Αυξάνεται πραγματικά ο αυτισμός; Τι γνωρίζουμε σήμερα και ποια είναι η σχέση με τα εμβόλια

Αυξάνεται πραγματικά ο αυτισμός; Τι γνωρίζουμε σήμερα και ποια είναι η σχέση με τα εμβόλια

Από Μιχάλη Ιασονίδη, παιδίατρο στο κέντρο υγείας παιδιών και εφήβων “Ηλιακτίδα”, αναπληρωτή καθηγητή παιδιατρικής (Πανεπιστήμιο Λευκωσίας).

Τα τελευταία χρόνια ακούμε όλο και συχνότερα ότι «ο αυτισμός αυξάνεται». Πράγματι, ο αριθμός των παιδιών που λαμβάνουν διάγνωση Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος έχει αυξηθεί σημαντικά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πραγματική συχνότητα του αυτισμού αυξήθηκε στον ίδιο βαθμό ούτε ότι πρόκειται για «επιδημία» με μία και μοναδική αιτία.

Η σωστή ερμηνεία των αριθμών απαιτεί να ξεχωρίσουμε τρία διαφορετικά ζητήματα:

  1. πόσα παιδιά έχουν καταγραφεί ή διαγνωστεί με αυτισμό,
  2. πόσο από την αύξηση οφείλεται στην καλύτερη αναγνώριση και καταγραφή,
  3. ποιοι γενετικοί, προγεννητικοί και περιγεννητικοί παράγοντες συνδέονται πραγματικά με την εμφάνιση αυτισμού.

Πόσο συχνός είναι σήμερα ο αυτισμός;

Η πιο πρόσφατη μεγάλη καταγραφή του δικτύου Autism and Developmental Disabilities Monitoring – ADDM του CDC αφορά παιδιά ηλικίας 8 ετών που ζούσαν σε 16 περιοχές των ΗΠΑ το 2022.

Σύμφωνα με αυτή:

  • περίπου 32,2 στα 1.000 παιδιά είχαν αναγνωριστεί ως παιδιά με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος,
  • δηλαδή περίπου 1 στα 31 παιδιά,
  • η διάγνωση ήταν περισσότερο από τρεις φορές συχνότερη στα αγόρια από ό,τι στα κορίτσια.

Το ποσοστό αυτό δεν πρέπει να θεωρείται αυτομάτως παγκόσμια συχνότητα. Αφορά συγκεκριμένες περιοχές των ΗΠΑ και επηρεάζεται από τον τρόπο καταγραφής, την πρόσβαση στις υπηρεσίες, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τις διαγνωστικές πρακτικές κάθε περιοχής.

Η παγκόσμια εικόνα παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Σε χώρες όπου υπάρχουν οργανωμένα προγράμματα αναπτυξιακής παρακολούθησης και καλύτερη πρόσβαση σε αξιολόγηση, ο αυτισμός καταγράφεται συχνότερα. Σε άλλες χώρες πολλά παιδιά, ιδιαίτερα κορίτσια και παιδιά χωρίς νοητική αναπηρία, μπορεί να παραμένουν αδιάγνωστα.

Πώς εξελίχθηκαν οι καταγραφές στις ΗΠΑ;

Η συγκρίσιμη επιτήρηση του CDC δείχνει την ακόλουθη πορεία:

Μπορούμε να συγκρίνουμε τα σημερινά δεδομένα με εκείνα της δεκαετίας του 1950;

Όχι με ακρίβεια.
Στις πρώτες δεκαετίες μετά την περιγραφή του αυτισμού από τον Leo Kanner το 1943 δεν υπήρχαν ενιαία διαγνωστικά κριτήρια ούτε οργανωμένα συστήματα πληθυσμιακής καταγραφής. Οι πρώτες μελέτες αναζητούσαν κυρίως παιδιά με πολύ χαρακτηριστική και σοβαρή κλινική εικόνα, συχνά με ταυτόχρονη νοητική αναπηρία και σημαντικές γλωσσικές δυσκολίες.

Οι παλαιότερες εκτιμήσεις, περίπου 4-5 παιδιά ανά 10.000, αφορούσαν ουσιαστικά τον στενά ορισμένο «κλασικό παιδικό αυτισμό». Δεν περιλάμβαναν μεγάλο μέρος των ανθρώπων που σήμερα εντάσσονται στο αυτιστικό φάσμα.

Για τον λόγο αυτό, αριθμοί όπως «1 στα 10.000 τη δεκαετία του 1960» και «1 στα 2.500 τη δεκαετία του 1980» δεν μπορούν να συγκριθούν άμεσα με το σημερινό «1 στα 31». Δεν μετρούσαν ακριβώς τον ίδιο πληθυσμό ούτε χρησιμοποιούσαν τις ίδιες μεθόδους.

Η περισσότερο συστηματική και συγκρίσιμη επιτήρηση στις ΗΠΑ αρχίζει ουσιαστικά από το 2000.

Γιατί αυξήθηκαν τόσο πολύ οι διαγνώσεις;

Δεν υπάρχει μία μοναδική εξήγηση. Η αύξηση είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.

1. Αναγνωρίζουμε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα

Παλαιότερα διαγιγνώσκονταν κυρίως παιδιά με σοβαρές δυσκολίες στην επικοινωνία, στη συμπεριφορά και στη νοητική λειτουργία.

Σήμερα αναγνωρίζονται επίσης:

  • παιδιά χωρίς νοητική αναπηρία,
  • παιδιά με φυσιολογική ή πολύ καλή γλωσσική ανάπτυξη,
  • άτομα με ηπιότερες κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες,
  • κορίτσια που μπορεί να «καμουφλάρουν» αποτελεσματικότερα τις δυσκολίες τους,
  • παιδιά με αυτισμό και ταυτόχρονη ΔΕΠΥ, επιληψία, άγχος ή άλλη νευροαναπτυξιακή κατάσταση

Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκαν ξαφνικά νέες μορφές αυτισμού. Σημαίνει ότι αναγνωρίζονται άνθρωποι που παλαιότερα πιθανόν να μην λάμβαναν διάγνωση.

2. Βελτιώθηκαν η ενημέρωση και η πρώιμη ανίχνευση

Οι γονείς, οι παιδίατροι, οι νοσηλευτές, οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες πρώιμης παρέμβασης γνωρίζουν καλύτερα τα πρώιμα χαρακτηριστικά του αυτισμού.
Η αναπτυξιακή παρακολούθηση και τα ειδικά εργαλεία προσυμπτωματικού ελέγχου επιτρέπουν την παραπομπή και αξιολόγηση σε μικρότερη ηλικία. Παιδιά που παλαιότερα θα διαγιγνώσκονταν μετά την είσοδο στο σχολείο ή θα παρέμεναν χωρίς διάγνωση, σήμερα αναγνωρίζονται πολύ νωρίτερα.

3. Άλλαξαν τα διαγνωστικά κριτήρια

Με την εξέλιξη των ταξινομητικών συστημάτων DSM και ICD, η έννοια του αυτισμού μεταβλήθηκε σημαντικά.
Το DSM-5, το 2013, ενοποίησε παλαιότερες κατηγορίες, όπως τον αυτισμό, το σύνδρομο Asperger και ορισμένες διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, σε μία ενιαία διάγνωση: τη Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος.
Δεν είναι απόλυτα ακριβές ότι το DSM-5 απλώς «διεύρυνε» τη διάγνωση. Σε ορισμένα σημεία τα κριτήριά του είναι αυστηρότερα. Συνολικά, όμως, η σύγχρονη κλινική αντίληψη αναγνωρίζει πολύ μεγαλύτερη ποικιλομορφία στην παρουσίαση του αυτισμού.

4. Παρατηρείται διαγνωστική υποκατάσταση

Αρκετά παιδιά που παλαιότερα καταγράφονταν ως έχοντα νοητική αναπηρία, γλωσσική διαταραχή, μαθησιακές δυσκολίες ή άλλη αναπτυξιακή διαταραχή, σήμερα αξιολογούνται πληρέστερα και λαμβάνουν διάγνωση αυτισμού, είτε μόνη της είτε μαζί με άλλες διαγνώσεις.
Αυτό έχει φανεί και σε μελέτες σχολικών συστημάτων: όσο αυξανόταν η χρήση της διάγνωσης του αυτισμού, μειωνόταν σε έναν βαθμό η χρήση άλλων αναπτυξιακών διαγνωστικών κατηγοριών.

5. Βελτιώθηκαν τα συστήματα καταγραφής

Σήμερα αξιοποιούνται περισσότερες πηγές πληροφοριών:

  • ιατρικοί φάκελοι,
  • αναπτυξιακές αξιολογήσεις,
  • σχολικά δεδομένα,
  • υπηρεσίες ειδικής εκπαίδευσης,
  • εξωνοσοκομειακές και ασφαλιστικές καταγραφές

Σε μεγάλη δανική μελέτη, οι αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια και στο σύστημα καταγραφής εξηγούσαν περίπου το 60% της παρατηρούμενης αύξησης σε συγκεκριμένες γενιές παιδιών. Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυτούσιο σε κάθε χώρα, αποδεικνύει όμως πόσο σημαντικά επηρεάζουν τους αριθμούς οι διοικητικές και διαγνωστικές αλλαγές.

6. Βελτιώθηκε η πρόσβαση ορισμένων πληθυσμιακών ομάδων

Παλαιότερα ο αυτισμός αναγνωριζόταν συχνότερα σε παιδιά λευκών οικογενειών ή οικογενειών υψηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου. Τα τελευταία χρόνια μειώνονται ορισμένες από αυτές τις διαφορές.
Η αύξηση των διαγνώσεων σε πληθυσμούς που προηγουμένως υποδιαγιγνώσκονταν αποτελεί σε σημαντικό βαθμό βελτίωση της ισότητας στην πρόσβαση και όχι απόδειξη εμφάνισης μιας νέας νόσου.

Υπάρχει και πραγματική αύξηση του αυτισμού;
Είναι πιθανό ένα μέρος της αύξησης να είναι πραγματικό, αλλά δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσο μεγάλο είναι.
Η επιστημονική έρευνα δεν έχει εντοπίσει έναν συγκεκριμένο περιβαλλοντικό παράγοντα που να μπορεί να εξηγήσει τη μεγάλη ιστορική άνοδο από 1 στα 150 σε 1 στα 31 παιδιά.

Για να αποδειχθεί ότι ένας παράγοντας ευθύνεται για τη χρονική αύξηση, θα πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα τα εξής:

  • να προκαλεί πραγματικά αυτισμό και όχι απλώς να συσχετίζεται στατιστικά μαζί του
  • η έκθεση του πληθυσμού σε αυτόν να έχει αυξηθεί σημαντικά,
  • η χρονική και ποσοτική μεταβολή της έκθεσης να αντιστοιχεί στην αύξηση των περιστατικών,
  • το αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται σε διαφορετικούς πληθυσμούς και με διαφορετικές μεθόδους.

Μέχρι σήμερα κανένας μεμονωμένος παράγοντας δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις σε βαθμό που να εξηγεί τη συνολική αύξηση.

Ποια είναι τα αίτια του αυτισμού;

Ο αυτισμός είναι μία σύνθετη νευροαναπτυξιακή κατάσταση. Η ανάπτυξή του αρχίζει πολύ νωρίς, κυρίως κατά την προγεννητική περίοδο, και συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και οργανώνεται ο εγκέφαλος.
Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία ούτε ένα μόνο «γονίδιο του αυτισμού».

Ο ρόλος των γενετικών παραγόντων

Η γενετική συμβολή είναι ισχυρή και περιλαμβάνει:

  • πολλές συχνές γενετικές παραλλαγές, καθεμία με μικρή επίδραση,
  • σπανιότερες μεταλλάξεις με μεγαλύτερη επίδραση,
  • νέες μεταλλάξεις που εμφανίζονται για πρώτη φορά στο παιδί,
  • χρωμοσωμικές μεταβολές,
  • ορισμένα γενετικά σύνδρομα, όπως το σύνδρομο εύθραυστου Χ, το σύνδρομο Rett και η οζώδης σκλήρυνση

Η γενετική προδιάθεση δεν σημαίνει ότι υπάρχει υποχρεωτικά κληρονομικότητα από έναν γονέα ούτε ότι μπορεί πάντοτε να εντοπιστεί μία συγκεκριμένη γενετική αλλαγή.

Προγεννητικοί και περιγεννητικοί παράγοντες

Ορισμένοι παράγοντες έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα αυτισμού. Μεταξύ των καλύτερα τεκμηριωμένων περιλαμβάνονται:

  • η προγεννητική έκθεση στο βαλπροϊκό οξύ, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις,
  • η συγγενής ερυθρά και ορισμένες σοβαρές λοιμώξεις κατά την εγκυμοσύνη,
  • η σοβαρή προωρότητα,
  • ορισμένες σοβαρές περιγεννητικές επιπλοκές με υποξία ή σημαντική νεογνική νοσηρότητα.

Άλλοι παράγοντες που συνδέονται στατιστικά με αυξημένη πιθανότητα είναι:

  • η μεγαλύτερη ηλικία του πατέρα ή της μητέρας,
  • ο μητρικός σακχαρώδης διαβήτης και η παχυσαρκία,
  • ορισμένες σοβαρές φλεγμονώδεις καταστάσεις κατά την κύηση,
  • το πολύ χαμηλό βάρος γέννησης,
  • το πολύ μικρό μεσοδιάστημα μεταξύ δύο κυήσεων.

Η ύπαρξη συσχέτισης δεν αποδεικνύει πάντοτε άμεση αιτιότητα. Για παράδειγμα, μπορεί να παρεμβαίνουν η υποκείμενη πάθηση της μητέρας, κοινοί γενετικοί παράγοντες ή άλλες επιδράσεις που δεν έχουν μετρηθεί.
Επιπλέον, οι περισσότεροι άνθρωποι που εκτίθενται σε έναν παράγοντα κινδύνου δεν αναπτύσσουν αυτισμό, ενώ πολλά παιδιά με αυτισμό δεν έχουν κανέναν αναγνωρίσιμο προγεννητικό ή περιγεννητικό παράγοντα κινδύνου.

Προκαλούν τα εμβόλια αυτισμό;

Όχι. Τα εμβόλια δεν προκαλούν αυτισμό και δεν εξηγούν την αύξηση των διαγνώσεων.
Το θέμα έχει διερευνηθεί περισσότερο από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη υπόθεση σχετικά με τον αυτισμό. Έχουν μελετηθεί:

  • το εμβόλιο ιλαράς-παρωτίτιδας-ερυθράς, MMR,
  • η θειομερσάλη,
  • τα ίχνη υδραργύρου,
  • τα αλουμινούχα ανοσοενισχυτικά,
  • ο συνολικός αριθμός των εμβολίων,
  • η ταυτόχρονη χορήγηση πολλών εμβολίων,
  • η συνολική αντιγονική έκθεση,
  • ο εμβολιασμός παιδιών με οικογενειακό ιστορικό ή αυξημένη προδιάθεση για αυτισμό.

Οι μεγάλες μελέτες και οι μετα-αναλύσεις δεν έχουν δείξει αιτιώδη σχέση.
Μετα-ανάλυση που συμπεριέλαβε περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια παιδιά δεν διαπίστωσε σύνδεση μεταξύ αυτισμού και εμβολιασμού, MMR, θειομερσάλης ή υδραργύρου.

Σε μεγάλη δανική μελέτη 657.461 παιδιών, το MMR:

  • δεν αύξησε τον κίνδυνο αυτισμού,
  • δεν προκάλεσε αυτισμό σε παιδιά με αυξημένη προδιάθεση,
  • δεν συνδέθηκε με χρονική συσσώρευση περιστατικών μετά τον εμβολιασμό.

Το 2025, η Παγκόσμια Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφάλειας Εμβολίων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας επανεξέτασε εκ νέου τη διεθνή βιβλιογραφία. Το συμπέρασμα παρέμεινε σαφές: δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ εμβολίων και αυτισμού, συμπεριλαμβανομένων των εμβολίων που περιέχουν θειομερσάλη ή αλουμινούχα ανοσοενισχυτικά.

Πώς ξεκίνησε ο μύθος για το MMR;

Η ανησυχία για πιθανή σύνδεση του MMR με τον αυτισμό βασίστηκε κυρίως σε δημοσίευση του 1998, η οποία περιέγραφε μόλις 12 παιδιά.
Αργότερα διαπιστώθηκαν σοβαρά μεθοδολογικά, δεοντολογικά και άλλα προβλήματα. Η δημοσίευση αποσύρθηκε από το επιστημονικό περιοδικό και τα ευρήματά της δεν επιβεβαιώθηκαν από τις πολυάριθμες, πολύ μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες που ακολούθησαν.
Το γεγονός ότι τα πρώτα χαρακτηριστικά του αυτισμού συχνά γίνονται αντιληπτά στην ίδια ηλικιακή περίοδο κατά την οποία χορηγούνται αρκετά παιδικά εμβόλια μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση χρονικής σύνδεσης. Η χρονική ακολουθία, όμως, δεν αποδεικνύει αιτιότητα.
Στην πραγματικότητα, ο εμβολιασμός κατά της ερυθράς προστατεύει τις εγκύους και τα έμβρυα από τη συγγενή ερυθρά, μία λοίμωξη που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές νευροαναπτυξιακές βλάβες και αυτιστικά χαρακτηριστικά.

Τι πρέπει να κρατήσουν οι γονείς;

Η αύξηση των διαγνώσεων δεν πρέπει να προκαλεί πανικό. Σε σημαντικό βαθμό αντανακλά την ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε καλύτερα και νωρίτερα παιδιά που χρειάζονται υποστήριξη.
Οι γονείς πρέπει να συζητούν με τον παιδίατρο όταν παρατηρούν:

  • περιορισμένη βλεμματική επαφή ή κοινωνική ανταπόκριση,
  • απουσία ανταπόκρισης στο όνομα,
  • καθυστέρηση στην ανάπτυξη λόγου ή χειρονομιών,
  • περιορισμένο κοινωνικό ή συμβολικό παιχνίδι,
  • επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή έντονη προσκόλληση σε ρουτίνες,
  • ασυνήθιστες αντιδράσεις σε ήχους, υφές, φώτα ή άλλες αισθητηριακές εμπειρίες,
  • απώλεια δεξιοτήτων που είχαν ήδη κατακτηθεί.

Ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό δεν αρκεί για τη διάγνωση. Όταν, όμως, υπάρχει ανησυχία, η αναπτυξιακή αξιολόγηση δεν πρέπει να καθυστερεί. Η πρώιμη αναγνώριση επιτρέπει την έγκαιρη, εξατομικευμένη υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας.

Τι πρέπει να κρατήσουν οι επαγγελματίες υγείας;
Οι επαγγελματίες υγείας χρειάζεται:

  • να εφαρμόζουν συστηματική αναπτυξιακή επιτήρηση,
  • να ακούν προσεκτικά τις ανησυχίες των γονέων,
  • να αναγνωρίζουν τις διαφορετικές παρουσιάσεις στα κορίτσια και στα παιδιά χωρίς νοητική αναπηρία,
  • να αποφεύγουν την αναμονή όταν υπάρχουν σαφείς αναπτυξιακές ενδείξεις,
  • να παραπέμπουν έγκαιρα για ολοκληρωμένη διεπιστημονική αξιολόγηση,
  • να αντιμετωπίζουν με σεβασμό αλλά και επιστημονική σαφήνεια την παραπληροφόρηση γύρω από τα εμβόλια.

Η έγκαιρη παρέμβαση δεν προϋποθέτει πάντοτε την ολοκλήρωση της τελικής διαγνωστικής διαδικασίας. Όταν διαπιστώνονται συγκεκριμένες αναπτυξιακές ανάγκες, η κατάλληλη υποστήριξη μπορεί να αρχίσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Συμπέρασμα

Η καταγεγραμμένη επικράτηση του αυτισμού έχει αυξηθεί σημαντικά και, στις πιο πρόσφατες περιοχές επιτήρησης του CDC, ανέρχεται περίπου σε 1 στα 31 παιδιά ηλικίας 8 ετών.

Η αύξηση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από:

  • την ευρύτερη αναγνώριση του αυτιστικού φάσματος,
  • την καλύτερη ενημέρωση,
  • την πρωιμότερη διάγνωση,
  • τη διαγνωστική υποκατάσταση,
  • τη βελτιωμένη καταγραφή,
  • και τη δικαιότερη πρόσβαση περισσότερων πληθυσμιακών ομάδων στις υπηρεσίες αξιολόγησης

Δεν μπορεί να αποκλειστεί μία μικρότερη πραγματική αύξηση, αλλά κανένας μεμονωμένος περιβαλλοντικός παράγοντας δεν έχει αποδειχθεί ότι εξηγεί τη συνολική μεταβολή.
Ο αυτισμός έχει ισχυρή γενετική και προγεννητική νευροαναπτυξιακή βάση. Προκύπτει μέσα από σύνθετες αλληλεπιδράσεις γενετικών και βιολογικών παραγόντων και δεν οφείλεται σε μία πράξη ή παράλειψη των γονέων.

Τα εμβόλια έχουν μελετηθεί εκτενώς. Δεν προκαλούν αυτισμό, δεν πυροδοτούν αυτισμό σε ευάλωτα παιδιά και δεν ευθύνονται για την αύξηση των διαγνώσεων.
Η ουσιαστική πρόκληση δεν είναι να αναζητούμε ενόχους εκεί όπου η επιστήμη έχει ήδη δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις. Είναι να εξασφαλίσουμε έγκαιρη αναγνώριση, σωστή ενημέρωση, εξατομικευμένη υποστήριξη και ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες για κάθε παιδί και κάθε οικογένεια.

Ενδεικτικές επιστημονικές πηγές
1. Shaw KA και συν. Prevalence and Early Identification of Autism Spectrum Disorder Among Children Aged 4 and 8 Years — ADDM Network, United States, 2022. MMWR, 2025.
2. Zeidan J και συν. Global prevalence of autism: A systematic review update. Autism Research, 2022.
3. Hansen SN και συν. Explaining the increase in the prevalence of autism spectrum disorders: the proportion attributable to changes in reporting practices. JAMA Pediatrics, 2015.
4. Modabbernia A, Velthorst E, Reichenberg A. Environmental risk factors for autism: an evidence-based review of systematic reviews and meta-analyses. Molecular Autism, 2017.
5. Taylor LE, Swerdfeger AL, Eslick GD. Vaccines are not associated with autism: an evidence-based meta-analysis of case-control and cohort studies. Vaccine, 2014.
6. Hviid A και συν. Measles, Mumps, Rubella Vaccination and Autism: A Nationwide Cohort Study. Annals of Internal Medicine, 2019.
7. WHO Global Advisory Committee on Vaccine Safety. New analysis reaffirms there is no link between vaccines and autism. Δεκέμβριος 2025.

print

Σχετικά Άρθρα

Το ωράριο του μωρού

Το ωράριο του μωρού

Οι πρώτες ημέρες και νύχτες μαζί με το μωρό θα περάσουν μέσα σε απόλυτη σύγχυση, σε σημείο που θα χάσετε πια τη διαδοχή της μίας μέρας με την...